βατταρίζω

βατταρίζω
Grammatical information: v.
Meaning: a speech-defect, perhaps `stammer' (Hippon.). Cf. Holst Symb. Oslo. 4, 11; cf. βατταρισμοῖς φλυαρίαις and Βάττος ...τρυλόφωνος, ἰσχνόφωνος. H.
Derivatives: βατταρισμός (Phld.). Cf. Βάτταρος (Herod.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Comparable is βαττολογέω `stammer' (Ev. Matt. 6, 7, Simp.) with βαττολογία ἀργολογία, ἀκαιρολογία H. Cf. the PN Βάττος (Hdt. 4, 155). S. also βάταλος. Onomatopoet.?; cf. Lat. butubatta; on βαττολογέω esp. Blaß-Debrunner Gramm. neutest. Gr.7 Anh. par. 40. Pok. 95.
Page in Frisk: 1,227

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βατταρίζω — (AM βατταρίζω) τραυλίζω νεοελλ. περιφέρομαι άσκοπα εδώ κι εκεί. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητική λέξη (πρβλ. διπλό ττ ), που θεωρείται ότι ανάγεται σε *bata , ονοματοποιημένο στοιχείο που εκφράζει παιδικό τραύλισμα ή έκπληξη (πρβλ. και λ. βαττολογώ). Το… …   Dictionary of Greek

  • βατταρίζω — ισα 1. τραυλίζω, μιλώ με κακή άρθρωση: Δεν μπορείς να τον καταλάβεις όταν μιλάει γιατί βατταρίζει. 2. μτφ., μωρολογώ, μιλάω σαν μωρό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βατταριεῖ — βατταρίζω stammer fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) βατταρίζω stammer fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρισθέντα — βατταρίζω stammer aor part pass neut nom/voc/acc pl βατταρίζω stammer aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζον — βατταρίζω stammer pres part act masc voc sg βατταρίζω stammer pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζοντα — βατταρίζω stammer pres part act neut nom/voc/acc pl βατταρίζω stammer pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζουσι — βατταρίζω stammer pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βατταρίζω stammer pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζουσιν — βατταρίζω stammer pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βατταρίζω stammer pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταριζέτωσαν — βατταρίζω stammer pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζειν — βατταρίζω stammer pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βατταρίζεις — βατταρίζω stammer pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.